ΙΑTΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ

της Σταυρούλας Μαγγανά

Ιατρού – Ειδικής Παθολόγου, Επιστημονικά Υπεύθυνης Affidea Αθηνών & Περιστερίου

 

Tι είναι ο HIV και το AIDS. Πως μπορώ να προφυλαχθώ

Ο HIV ( Humman Immunodeficience Virus – Ιός Ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου) είναι ιός που προκαλεί το Σύνδρομο της Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (Asquired Immune Deficiency Syndrome AIDS). Πρόκειται για ένα ρετροϊό, ο οποίος δρα καταστρέφοντας κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και συγκεκριμένα τα CD4+T λεμφοκύτταρα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία του οργανισμού από λοιμώξεις και άλλα νοσήματα. Ένα υγιές άτομο έχει συνήθως από 600 έως 1200 CD4+Τ λεμφοκύτταρα. Όταν τα CD4+Τ λεμφοκύτταρα πέσουν κάτω από 200 λεμφοκύτταρα ανά χιλιοστό του λίτρου στο αίμα, το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου αποδυναμώνεται σοβαρά και φτάνει στο στάδιο του AIDS, ακόμα και αν δεν έχει αρρωστήσει από άλλες μολύνσεις.

AIDS σημαίνει Asquired Immune Deficiency Syndrome, δηλαδή Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας και προκαλείται από τον ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV).

Οι ονομασίες HIV και AIDS συγχέονται γιατί και οι δύο όροι περιγράφουν την ίδια νόσο. Το AIDS είναι μια προχωρημένη μορφή HIV. Ο ιός HIV σκοτώνοντας τα λεμφοκύτταρα CD4+ Τ αποδυναμώνει προοδευτικά το ανοσοποιητικό σύστημα και προκαλεί νοσογόνους καταστάσεις, όπως ευκαιριακές λοιμώξεις (Πνευμονία), Σάρκομα Καπόζι, Σύνδρομο Απίσχνασης (Απώλεια Βάρους), βλάβες στη μνήμη ή καρκίνους.

Επιδημιολογικά δεδομένα

Σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι προσβλήθηκαν το 2018 σημειώνοντας μια μείωση της τάξης του 16% από το 2010, κυρίως από την προοδευτική μείωση των κρουσμάτων σε όλη την ανατολική και νότια Αφρική. Αντίθετα, καταγράφεται αύξηση των κρουσμάτων μόλυνσης από τον HIV στην Ανατολική Ευρώπη και Κεντρική Ασία 29%, στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική 10% και στη Λατινική Αμερική 7%. Διάφοροι κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις διαφορές της επίπτωσης της νόσου στα κράτη των ανωτέρω γεωγραφικών περιοχών (περιορισμένη πρόσβαση σε φάρμακα, περιορισμένες δυνατότητες πρόληψης και κοινωνικός στιγματισμός των οροθετικών).

Στην Ελλάδα, ο συνολικός αριθμός των HIV διαγνώσεων (συμπεριλαμβανομένων και του AIDS) σύμφωνα με το σύστημα υποχρεωτικής δήλωσης των περιστατικών HIV, AIDS και θανάτων, μέχρι την 31η Οκτωβρίου του 2019, ανέρχεται σε 17.909. Από αυτούς το 82,54% είναι άνδρες. Από το σύνολο των οροθετικών ατόμων, 4.306 έχουν εμφανίσει AIDS και 10.523 βρίσκονται σε αντιρετροϊκή θεραπεία. Ο συνολικός αριθμός των θανάτων ανέρχεται στους 2.963. Τους πρώτους δέκα μήνες του 2019 διαγνώσθηκαν και δηλώθηκαν 473 περιστατικά HIV λοίμωξης (4,4 ανά  100.000) πληθυσμού εκ των οποίων τα 364 αφορούσαν σε άνδρες (76,96%), τα 106 (22,41%) σε γυναίκες και 3 (0,3%) σε διεμφυλικά άτομα. Το ποσοστό αυτό των περιστατικών είναι το μικρότερο συγκριτικά με εκείνα που δηλώθηκαν στο αντίστοιχο διάστημα των προηγουμένων 9 ετών. Τα περισσότερα περιστατικά που διαγνώσθηκαν και δηλώθηκαν, αφορούσαν σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής, κυρίως μεταξύ ανδρών.

Μετάδοση του HIV

O HIV μεταδίδεται από ένα οροθετικό άτομο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, όταν συγκεκριμένα υγρά του σώματός του που περιέχουν HIV, μπουν απευθείας στην κυκλοφορία του αίματος ενός άλλου ατόμου μέσω μιας βλεννογόνου μεμβράνης (π.χ. το εσωτερικό του ορθού και του κόλπου, το άνοιγμα του πέους και του στόματος) ή μέσω ενός καταστραμμένου ιστού ή με μια σύριγγα ή από την μητέρα προς το έμβρυο.

Τα σωματικά υγρά ενός οροθετικού ατόμου που περιέχουν HIV σε ικανή ποσότητα για να μεταδώσουν τον ιό είναι:

  • Αίμα (συμπεριλαμβανομένου και της περιόδου)
  • Σπέρμα και προσπερματικά υγρά
  • Πρωκτικά υγρά
  • Κολπικά υγρά
  • Μητρικό γάλα

Για να μεταδοθεί ο HIV πρέπει να είναι παρών σε ικανή ποσότητα σε κάποιο από αυτά τα υγρά και να εισχωρήσει μέσα στο σώμα. Άλλοι τρόποι μετάδοσης είναι με την κοινή χρήση αιχμηρών αντικειμένων (βελόνες, ξυραφάκια, σύριγγες) από HIV οροθετικό άτομο ή από HIV οροθετική μητέρα κατά την κύηση, τον τοκετό και το θηλασμό. Ο ιός δεν μεταδίδεται μέσω της καθημερινής κοινής επαφής (χειραψία, αγκαλιά, φιλί στο μάγουλο), κουνούπια ή άλλα έντομα, από κοινή χρήση οικιακών συσκευών, του σάλιου των δακρύων και του ιδρώτα, του αέρα και του νερού.

Τα συμπτώματα της νόσου ποικίλλουν και εξαρτώνται από το στάδιο της  νόσου.

Το AIDS αναπτύσσεται μετά από 2-10 χρόνια ή και περισσότερο από τη στιγμή της μόλυνσης του ατόμου. Από τα άτομα που μολύνονται, μόνο το 5% αυτών δεν χρειάζεται να λάβουν αντιρετροϊκά φάρμακα, ούτε αναπτύσσουν AIDS.

Το πρώτο στάδιο ονομάζεται οξεία λοίμωξη και αρχίζει δύο έως έξι εβδομάδες μετά τη μόλυνση. Το 80% περίπου των ατόμων που μολύνθηκαν, παρουσιάζει έντονα συμπτώματα, όπως πυρετό, κόπωση, αλλεργία, πονοκέφαλο, λεμφαδενοπάθεια και πονόλαιμο. Τα συμπτώματα της οξείας λοίμωξης HIV μπορεί να μοιάζουν με εκείνα άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, όπως της  ηπατίτιδας ή της λοιμώδους μονοπυρήνωσης. Τα συμπτώματα διαρκούν συνήθως μια έως δύο εβδομάδες. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να μην εμφανίζουν καθόλου συμπτώματα ή ήπια συμπτωματολογία, όπως στη γριππώδη συνδρομή.

Στο δεύτερο στάδιο, τα συμπτώματα υποχωρούν και η διάρκειά του φθάνει μέχρι τα δέκα χρόνια και μερικές φορές περισσότερο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που οναμάζεται ασυμπτωματική, ο HIV καταστρέφει το ανοσοποιητικό  σκοτώνοντας σιγά σιγά τα CD4+Τ  λεμφοκύτταρα.

Το  τρίτο στάδιο χαρακτηρίζεται από χαμηλό αριθμό CD4+ T λεμφοκυττάρων (<200) και οι εκδηλώσεις πλέον της νόσου  του AIDS είναι:

  • πυρετός
  • κόπωση
  • μυαλγίες και αρθραλγίες
  • πονόλαιμος και λεμφαδενοπάθεια
  • πονοκέφαλος
  • δερματικά εξανθήματα
  • διάρροιες
  • απώλεια βάρους
  • ξηρός βήχας
  • μυκητιασική στοματίτιδα και οισοφαγίτιδα
  • ερπητική λοίμωξη (απλός έρπης στόματος και έρπης γεννητικών οργάνων

Ο χρόνος μεταξύ μόλυνσης και εκδήλωσης AIDS ποικίλλει από άτομο σε άτομο (2-10 χρόνια), ενώ η έγκαιρη χορήγηση συνδυασμού αντιρετροϊκών φαρμάκων υψηλής δραστικότητας (Highly Active Antiretrorial therapyHAART) επιβραδύνει σημαντικά την εξέλιξη του νοσήματος και μειώνει σε μεγάλο βαθμό τη θνητότητα. Σήμερα, η HIV λοίμωξη θεωρείται χρόνια νόσος υπό την προϋπόθεση ότι ο ασθενής λαμβάνει συστηματικά τη θεραπεία του.

H διάγνωση της HIV λοίμωξης μπορεί να γίνει:

  • Στο εργαστήριο (διαγνωστικά κέντρα, νοσοκομεία δημόσια και ιδιωτικά και σε κέντρα ελέγχου της HIV λοίμωξης) μετά από απλή αιμοληψία, με ειδική για τον HIV εξέταση, η οποία ανιχνεύει τα αντισώματα έναντι του ιού που παράγει ο οργανισμός. Σε περίπτωση αρχικού θετικού αποτελέσματος, πραγματοποιείται εργαστηριακός έλεγχος επιβεβαίωσης.
  • Ανίχνευση γενετικού υλικού του HIV (RNA) μέσω της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR).
  • Rapid tests για τα οποία απαιτείται μικρή ποσότητα αίματος ή σάλιου που τοποθετούνται σε μικρές συσκευές. Σε θετικότητα του δείγματος χρειάζεται εργαστηριακή επιβεβαίωση.

 

Προφύλαξη

  • Συστηματική χρήση προφυλακτικού (πάντα καινούριο προφυλακτικό σε κάθε σεξουαλική επαφή και σε οποιαδήποτε μορφή της (κολπική, πρωκτική, στοματική).
  • Τήρηση κανόνων υγιεινής (αποφυγή κοινής χρήσης αντικειμένων, που πιθανόν φέρουν υπολείμματα από αίμα, όπως οδοντόβουρτσες ή ξυραφάκια.
  • Αποφυγή της από κοινού χρήσης εξαρτημάτων χρήσης ουσιών (σύριγγες, βελόνες)
  • Έγκαιρη εξέταση για την ανίχνευση άλλων σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων

 

Θεραπεία

Το 1986 χορηγήθηκε το πρώτο φάρμακο για τη νόσο του AIDS (ΑΖΤ). Σήμερα, η θεραπεία για τον HIV περιλαμβάνει τρία η περισσότερα αντιρετροϊκά φάρμακα τα οποία καταστέλλουν την αναπαραγωγή του ιού. Ο ισχυρός συνδυασμός των φαρμάκων αυτών ονομάζεται HAART τα οποία αναστέλλουν τη νόσο.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έγκαιρη διάγνωση της μόλυνσης με τον HIV, σε συνδυασμό με τη γρήγορη πρόσβαση σε θεραπεία, τον αποστιγματισμό των οροθετικών ατόμων, την ενημέρωση για τους τρόπους πρόληψης και προφύλαξης από τον HIV ιδιαίτερα των νέων και εφήβων σε όλες τις χώρες του κόσμου, μπορεί να οδηγήσει στο στόχο του 90-90-90 του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το AIDS. Αυτό σημαίνει ότι, έως το 2020, το 90% των οροθετικών θα πρέπει να έχει λάβει γνώση αυτής της διάγνωσης, εξ αυτών το 90% να βρίσκεται σε πρόγραμμα θεραπείας και από αυτούς το 90% να παρουσιάζει θετικά αποτελέσματα στη θεραπεία.