Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια στις γυναίκες παγκοσμίως (25.4% των νεοπλασμάτων το 2018), καθώς 1 στις 8 γυναίκες στη διάρκεια της ζωής της θα κληθεί να αναμετρηθεί με αυτή τη νεοπλασία. Χάρη στις νεότερες θεραπείες, τα ποσοστά ίασης και πενταετούς επιβίωσης έχουν αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια (μέση 5ετής επιβίωση 50% το 1961, 90% το 2019 και μέση δεκαετής επιβίωση 83% το 2019).

Εντυπωσιακό όμως είναι και το γεγονός ότι οι γυναίκες που επιβιώνουν από καρκίνο του μαστού, κινδυνεύουν περισσότερο από καρδιαγγειακά νοσήματα παρά από υποτροπή της νεοπλασίας του μαστού. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο αίτια: στους κοινούς παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου και καρκίνου του μαστού και στις πιθανές καρδιοτοξικές δράσεις των θεραπειών του καρκίνου. Για τον λόγο αυτό, η συμβολή των καρδιολόγων και ιδιαίτερα αυτών που έχουν γνώση και εξειδίκευση στην καρδιο-ογκολογία είναι σημαντική, ώστε οι ασθενείς να λάβουν την βέλτιστη αντικαρκινική θεραπεία, προστατεύοντας ταυτόχρονα το καρδιαγγειακό σύστημα και την ποιότητα ζωής τους.

Ιδανικά μόλις τεθεί η διάγνωση του καρκίνου του μαστού και πριν γίνει η απαραίτητη χειρουργική επέμβαση ή αρχίσει η χημειοθεραπεία, όλες οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται από καρδιο-ογκολόγο, ώστε:

  1. Να ρυθμιστούν όλοι οι προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (π.χ. υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια).
  2. Να αντιμετωπισθεί κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο τυχόν προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, συγγενής καρδιοπάθεια, στεφανιαία νόσος).
  3. Να εκτιμηθεί ο κίνδυνος που έχει η συγκεκριμένη ασθενής να εμφανίσει καρδιοτοξικότητα, δηλαδή κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια της χημειο- ή της ακτινο-θεραπείας στην καρδιά. Αυτό μπορεί να συμβεί τόσο κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όσο και μετά από αρκετούς μήνες ή και χρόνια. Η πιο συχνή μορφή καρδιοτοξικότητας που εμφανίζεται κατά ή μετά την θεραπεία του καρκίνου του μαστού, είναι η καρδιακή ανεπάρκεια. Ωστόσο, όσο νωρίτερα διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα η βλάβη της καρδιάς να αποκατασταθεί και η ασθενής να μπορέσει να ολοκληρώσει την θεραπεία της. Άλλες καρδιοτοξικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν την εμφάνιση αρρυθμιών, υπέρτασης, θρομβοεμβολικών επεισοδίων, εμφραγμάτων και βαλβιδοπαθειών.

 

Με βάση τον κίνδυνο καρδιοτοξικότητας που έχει κάθε ασθενής και το θεραπευτικό σχήμα που πρόκειται να λάβει, καθορίζονται και τα χρονικά διαστήματα στα οποία θα πρέπει να εκτιμάται καρδιολογικά στη διάρκεια της θεραπείας και μετά την ολοκλήρωση αυτής.  

Επιπλέον, οι ασθενείς πρέπει  να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες αναφορικά με την διακοπή του καπνίσματος και την τακτική άσκηση, ανάλογα με το επίπεδο της φυσικής τους κατάστασης και το λειτουργικό τους στάδιο. Έχει αποδειχθεί ότι η άσκηση βελτιώνει την ψυχολογία τους, την έκβαση του καρκίνου και την ποιότητα ζωής τους, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοτοξικότητας.  

Η καρδιο-ογκολογία είναι ένας σχετικά νέος τομέας της καρδιολογίας που γεννήθηκε από την ανάγκη πρόληψης και αντιμετώπισης της καρδιοτοξικότητας των θεραπειών κατά του καρκίνου. Στόχος της είναι οι γυναίκες με καρκίνο του μαστού, να βγουν νικήτριες από αυτήν την μάχη με υγιή καρδιά και αγγεία και καλύτερη ποιότητα ζωής.

Της Καλλιόπης Κεραμιδά*

Η κα Καλλιόπη Κεραμιδά MD, MSc, PhD είναι καρδιολόγος, Επιστ. Υπεύθυνη Καρδιολογικού Τμήματος & Ιατρείου Καρδιο-Ογκολογίας Affidea Ψυχικού, Πανεπιστημιακός Υπότροφος Ιατρείο Καρδιο-Ογκολογίας, Β’ Παν/κή Καρδιολογική Κλινική, Αττικόν και Επισκ. Λέκτορας Καρδιολογίας, Ιατρική Σχολή Παν/μίου Κύπρου